Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Στο πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα... 4+1 ιστορίες

Η Γ' τάξη του 11ου Δημοτικού Σχολείου Ν. Ιωνίας Βόλου, την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011, επισκέφτηκε το Μουσείο Τσαλάπατα και υλοποίησε εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Το πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα, ως μουσείο του εαυτού του, αποτελεί σήμερα ένα  μέσο σύνδεσης με το παρόν και το μέλλον. Γίνεται ένα αρχείο της συλλογικής μνήμης της πόλης του Βόλου. Μπορεί οι μηχανές του να σταμάτησαν και ο φούρνος Hoffman να έσβησε για πάντα, αλλά ο χώρος στο σημερινό επισκέπτη έχει να πει  ιστορίες συνδεμένες με πρόσωπα, ιστορίες που μπλέκονται με την πορεία της πόλης.

Πριν από την επίσκεψη εργαστήκαμε στην τάξη κάνοντας αναφορά στην περιοχή των Παλαιών. Την ημέρα της επίσκεψης τα παιδιά στην αρχή άκουσαν τις 4+1 ιστορίες, χωρίστηκαν σε δυο ομάδες, ξεναγήθηκαν στο χώρο συμπληρώνοντας φύλλα εργασίας και δούλεψαν στο εργαστήρι πηλού.

...
"Η τέταρτη ιστορία έχει σειρά.
Για την άργιλο μας μιλά και το ξύλινο αλογάκι
μας τα παρουσιάζει σύντομα και καλά.
Σαν έφτανε το αργιλόχωμα στο χώρο του εργοστασίου άλλο πήγαινε στο πατάρι του μύλου κι άλλο το πήγαιναν πρώτα σε μια μεγάλη καμαρούλα. Ήταν το χώμα που έπρεπε να καθαριστεί. Με αυτό έφτιαχναν τα κεραμίδια αλλά και τα τούβλα που σαν σε τοίχο χτίζονταν πάντα ανθρώπου μάτι τα έβλεπε. Εκεί που λέτε  ανακάτευαν την άργιλο με  μπόλικο νερό μέχρι να γίνει ένας «χυλός», κάτι σαν πηχτή σούπα .
Στη συνέχεια το χωμάτινο χυλό τον έριχναν μέσα σε τεράστιες χωμάτινες λεκάνες που βρισκόταν στην αυλή του εργοστασίου. Σήμερα οι λεκάνες αυτές σκεπάστηκαν με πράσινο γρασίδι. Έμειναν όμως και μερικές που έχουν μέσα άργιλο, για να τις βλέπουν οι επισκέπτες του Μουσείου και να καταλαβαίνουν πως γινόταν ο καθαρισμός της αργίλου.
Στις χωμάτινες λεκάνες, στα τηγάνια όπως τις αποκαλούσαν οι εργάτες, η άργιλος καθόταν κάτω- κάτω, ενώ πάνω-πάνω πήγαινε το νερό που μέσα μπορεί να είχε φύλλα και ξυλαράκια. Οι εργάτες έπαιρναν και έβγαζαν  τα φύλλα και τα ξυλαράκια, ενώ ο ήλιος ζέσταινε το χυλό και το νερό σιγά-σιγά έφευγε, εξατμιζόταν. Έτσι έμενε η άργιλος καθαρή. Μετά την έκοβαν σε μεγάλα κομμάτια και τη φόρτωναν σε μικρά βαγονέτα, μεταλλικά καρότσια. Κι εκείνα με τη σειρά τους έφερναν το καθαρό αργιλόχωμα στο πατάρι του μύλου.
Ήταν μια δουλειά κουραστική που έπαιρνε μέρες. Γι’ αυτό και μετά από πολλά χρόνια τα αφεντικά του εργοστασίου αποφάσισαν να αγοράσουν μηχανήματα ειδικά και ακριβά. Το αργιλόχωμα καθαριζόταν γρήγορα πια χωρίς τη βοήθεια του νερού. Ο σπαστήρας έσπαζε τους μεγάλους βόλους χώματος. Τα τριβεία τρίβανε το χώμα για να γίνει ψιλό και τα κόσκινα το κοσκίνιζαν, για να φύγουν πετραδάκια και ξυλάκια, φύλλα και σκουπιδάκια. Και το καθαρό χώμα μαζευόταν σε μια μεγάλη ξύλινη λεκάνη. Είναι τόσο ψηλή, που σαν στηθείτε μπροστά της, όσο κι αν προσπαθήστε το μέσα της δε μπορείτε να δείτε. Από εκεί το καθαρό χώμα με μια μεταφορική ταινία πήγαινε στο πατάρι του μύλου.  
Φθάσαμε στην πέμπτη ιστορία με τον Κεραμίδα και τους Τούβλινους. Ένα βράδυ φθινοπωρινό είχα ξεχάσει το ξύλινο αλογάκι έξω στην αυλή του σπιτιού μας. Το βράδυ έπιασε ένας δυνατός αέρας και μια ξαφνική μπόρα. Το πρωί σαν σηκώθηκα έτρεξα αμέσως στην αυλή. Το αλογάκι μου ήταν μούσκεμα και δίπλα του ένα σπασμένο κεραμίδι. Τρόμαξα, δεν ήξερα τι να πω.



-Αχ, φίλε μου συγχώρεσέ με  που σε άφησα έξω όλο το βράδυ.
- Δεν πειράζει, γιατί γνώρισα καινούριους φίλους, μου απάντησε.
- Και ποιοι είναι οι φίλοι σου, ρώτησα.
- Ο Κεραμίδας, που λίγο έλειψε να πέσει στο κεφάλι μου, και οι αδερφοί Τούβλινοι.
- Και πότε πρόλαβες να τους κάνεις φίλους σου;
- Δε θέλει και πολύ, είναι όλοι τους από καλή πάστα, πρώτης ποιότητας σου λέω. Τους συμπάθησα πολύ και ξέρεις γιατί; Γιατί πέρασαν πολλά στη ζωή τους, κουράστηκαν, για να φτάσουν μέχρι εδώ. Η ιστορία τους μοναδική θα σε ενδιαφέρει…και το ξύλινο αλογάκι άρχισε να μου διηγείται την ιστορία του Κεραμίδα και των αδερφών Τούβλινων, όπως την άκουσε εκείνο το βράδυ με το δυνατό αέρα και την ξαφνική μπόρα. Είναι η ίδια ιστορία που θα σας πω και ‘γω, αυτή τη στιγμή.
Ο Κεραμίδας και οι αδελφοί Τούβλινοι είναι ξαδέρφια αγαπητά στο κόσμο ξακουστά. Γονείς τους η άργιλος και το νερό. Η ζωή τους ξεκίνησε μέσα σ’ ένα μεγάλο κάδο που έμοιαζε με ένα τεράστιο μίξερ, σαν αυτό που έχουν οι νοικοκυρές στην κουζίνα τους για να φτιάχνουν τη ζύμη των κουλουριών. Αυτός ο στρογγυλός κάδος με τις δυο μεγάλες ρόδες λέγεται μύλος και στο εργοστάσιο του Τσαλαπάτα μπορείς και σήμερα να τον δεις. Ένας εργάτης έριχνε στο μύλο άργιλο και νερό μέχρι  να γίνει  πηλός. Κι ύστερα ο πηλός πήγαινε σε κάτι μηχανές, στις πρέσες τούβλων και κεραμιδιών, για να πάρει το σχήμα και τη μορφή του κεραμιδιού και του τούβλου.
Και μετά ο Κεραμίδας και οι Τούβλινοι κλείστηκαν μαζί με τα άλλα τους αδέρφια και ξαδέρφια σε κάτι σκοτεινά, ζεστά μακρόστενα δωμάτια. Εκεί έμειναν περίπου δέκα μέρες, μέχρι να στεγνώσουν. Το μέρος αυτό το λένε ξηραντήρια, γιατί εκεί ξεραίνονταν τα τούβλα και τα κεραμίδια, δηλαδή στέγνωναν από το νερό.
Κι αφού στέγνωναν οι εργάτες τα μετέφεραν στο καμίνι, δηλαδή στο φούρνο το μεγάλο, το μαγικό και στον κόσμο μοναδικό. Μέρα νύχτα έκαιγε, όλη τη βδομάδα, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και πάλι από την αρχή. Ποτέ δε σταματούσε ούτε και σε μεγάλη γιορτή. Μόνο σαν ήρθε ο μεγάλος πόλεμος έσβησε. Κι άλλη μια φορά που το ποτάμι ξεχείλισε και όλος ο τόπος γέμισε νερά.
Τις πιο δύσκολες ώρες της ζωής τους οι αδελφοί Τούβλινοι και ο Κεραμίδας τις πέρασαν εδώ, στο φούρνο.
Στην αρχή τρόμαξαν σαν ήρθε πάνω τους και κάθισε μια μαύρη σκόνη.
-Ποια είσαι εσύ; Τι θέλεις και κάθεσαι πάνω στα σώματά μας, θα μας λερώσεις, είπαν με μια φωνή ο Κεραμίδας και οι Τούβλινοι.
- Μη φοβάστε, είμαι μαύρη και σκληρή
κι όταν τρίβομαι ψιλή.
Δεν είμαι από την Αφρική,
ζούσα βαθιά μέσα στη γη
και τώρα στη φωτιά θα δώσω ζωή.
Είμαι η καρβουνόσκονη χρήσιμη πολύ…

 -Να! έρχεται η φωτιά!
-Αχ μανούλα μου, θα μας κάψει...
- Μη φοβάσαι Κεραμίδα η φωτιά θα κάνει εσένα και τ’ αδέρφια σου και τα ξαδέρφια σου δυνατά. Σαν σας ψήσει η φωτιά, το σχήμα σας θα ναι παντοτινό και η αντοχή σας μεγάλη. Τίποτα δε θα σας φοβίζει, ούτε ο αγέρας, ούτε η βροχή, ούτε το χιόνι, ούτε ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού. Θα γίνετε χρήσιμα υλικά στους ανθρώπους…
Και πράγματι ο Κεραμίδας και οι αδελφοί Τούβλινοι μαζί με τα άλλα τους αδέρφια και ξαδέρφια έγιναν οικοδομικά προϊόντα σαν αυτά που σε κάθε σπίτι συναντάμε.
Και πέρασαν τα χρόνια και το εργοστάσιο του Τσαλαπάτα έκλεισε κι οι μηχανές σταμάτησαν κι ο φούρνος έσβησε για πάντα. Μα οι άνθρωποι οι παλιοί πάντα θα θυμούνται την οικογένεια αυτή.
Μα  ιστορίες μας εδώ ας πάρουν τέλος
και το κεραμοποιείο το παλιό
που μουσείο έχει γίνει μοναδικό
μας περιμένει όλους με το καλό".
Παίζοντας με γρίφους
1.    «Απ’ το Διμήνι έρχομαι
        από τα χρόνια του λίθου γνωστή,
        μα και σήμερα χρήσιμη πολύ.»

2.    «Είμαι μαύρη και σκληρή κι όταν τρίβομαι ψιλή.
         Δεν είμαι από την Αφρική, μα ζω κάτω από τη γη.
         Πρόσεχε να μην ανάψω
         γιατί σίγουρα θα σε κάψω!»

3.    «Στου Τσαλαπάτα το εργοστάσιο παλιά
 μας βγάζανε σε κομμάτια πολλά,
χρήσιμα υλικά για σπίτια γερά.»

  
4.    «Είμαι μεγάλος και τρανός
 στο Μουσείο γνωστός,
 άργιλο και νερό
 το έκανα μίγμα καλό.»
5.    «Ήμουν γνωστή
πάνω σε ιδιωτική γραμμή,
         τώρα στου Μουσείου την αυλή
         κάθομαι μοναχή.»

Σημείωση: Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε από το γράφοντα και υπάρχει σε έκδοση του ΚΠΕ Μακρινίτσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: